Στ’ άρματα σύντροφοι να κάνουμε γιούργια…



//

Οι καπεταναίοι της νομαρχίας και ο αχαιός εχθρός Κατσικόπουλος…

Ο καπετάν Θύμιος σήκωσε μπαϊράκι. Έβαλε το φέσι του ως άλλος Καραϊσκάκης, έσιαξε τις πιέτες της φουστανέλας του, πήρε τα κουμπούρια, έκανε νόημα στον καπετάν Γαλαζούλα και ύψωσε το λάβαρο του αγώνα.

“Η Αιτωλοακαρνανία θα φτιάξει δική της Περιφέρεια. Ακούς καπετάν Γαλαζούλα; Μάζεψε κείνον τον Κατσούλη, στείλε με τον παραγιό μήνυμα στον Καπώνη στον Πεντάλοφο και πες του να πει στον Καπετάν Λύτρα να ξεσηκώσει του Ξηρομερίτες.
Έχουμι πόλεμο. Τρέξτι να πιάσουμε τα πόστα. Θα βγει εκιός ο Κατσικόπουλος κι θα μας πιασ’ στουν ύπνου.
Να πείτε στου κουριτσ’ στ’ν Εφ’ τ’ Λαχανά να φτκιάσ’ μια λαχανόπτα να πάρουμι μαζί. Να μη μας κοψ κι η λόρδα.
Α, κι που σι… Ακου να σ’ πω, ικει π’ θα πάμι θα πρεπ να μαστι μουνιασμέν’. Μη πάθουμι σα πέρσ’ π’ τον έμασαν οι άλλ’ στου Καστράκ’ κι μου ρ’θει ο ταμπλάς.
Να παρ’ σβάρνα τα κουνάκια κι να ειδοποιάς του γκόσμου να βγει στο ρέμα στ’ Αντλικό να διαβούμι στ’ γέφυρα να κλείσουμι κι τς αλλνους στ’ Κλεισούρα. Μη μας ν’ φέρν’ πισώπλατα.
Τράβα στου Δισποτικό κι πες κι τ’ Δισπότ’ να βαρέσ’ τ’ γκαμπάνα για να πιάσουμι τα πόστα… Κι τέλους, Σωκρατ’ γραψτ’ κι ένα γράμμα κλαφτό π’ να τ’ λες να μη ζ’γωσ’ στου νουμό, γιατί θα τ’ σπάσω τα τσαούλι κι μιτά θα τ’ φάου του λαριγγ’”.
Πετώντας έφυγε ο Σωκράτης ο γραμματικός του να στείλει τα μηνύματα. Οι άλλοι από απέναντι ήταν έτοιμοι. Έπρεπε κι αυτοί από δω να κλείσουνε τα πόστα μη μπούνε νύχτα από τη θάλασσα και τους πιάσουνε στον ύπνο.
“Τόσα χρόνια τώρα η Αιτωλοακαρνανία ανήκει στην Πάτρα. Και τώρα που ήρθε η ώρα να αλλάξει η σελίδα με τον Καλλικράτη ο Ραγκούσης των Εσωτερικών Υποθέσεων του κράτους, θέλει να μας αφήσει να τρέχουμε ξοπίσω τους. Αμ δεν είναι πράγματα αυτά. Και τον Καπετάνιο το δικό μου τι θα τον κάνει; Λύσσαξε κι αυτός σε κείνη τη συνεδρίαση. Τι να κανε όμως; Να αφήσει να χαίρονται οι εχθροί και οι κακοί γειτόνοι. Μα τι αχαριστία είναι αυτή; Τόσα και τόσα έχει προσφέρει ο καπετάνιος μου κι αυτός ο Ραγκούσης του την έφερε πισώπλατα. Λες και κάποιος τον ήξερε μέχρι να τον βάλει ο πρόεδρος δίπλα του. Τι να πω; Μας γέλασε κι αυτός. Υπουργό του ταζε πως θα τον κάνει άμα κερδίσει τις εκλογές. Έτρεχε αυτός. Τελικά τίποτα δεν έκανε και ο δικός μου κατέβαζε τα χαπάκια της πίεσης το ‘να πίσω από το άλλο. Τώρα σήκωσε μπαϊράκι. ‘Aντε να δούμε που θα βγει κι αυτό…”, σκέφτονταν ο γραμματικός και χτύπησε τα καπούλια του αλόγου να πάει πιο γρήγορα.
Το ξημέρωμα της άλλης μέρας ήρθαν τα μαντάτα. Η Έφη η Λαχανά είχε την πίτα έτοιμη κι ο καπετάν Καπώνης έρχονταν από τον Πεντάλοφο με 300 παλικάρια. Από τ’ Αγρίνιο έφτανε όπου να ναι με τ’ ασκέρι του κι ο Γαλαζούλας. Ο Μπιστικός του Καπετάν Θύμιου είχε μάσει κοντζάμ στρατό. Είχε μηνήσει και στους Ευρυτάνες. Ήθελαν κι αυτοί να αποσχιστούν από την Πάτρα. Μαζί με τους Αγρινιώτες και τους Ευρυτάνες το ασκέρι μέτραγε κάπου 3 χιλιάδες παλικάρια. Κατέβαιναν στην Κλεισούρα κι ο τόπος γέμισε κίτρινες και μπλε σημαίες με το Τίτορμο που ήταν από παλιά έμβλημα του Παναιτωλικού. ‘Aμα το βλεπε ο πρόεδρος της ομάδας …μπορεί και να συγκινούνταν και να ‘βαζε βαθιά το χέρι στην τσέπη να αγοράσει πολεμοφόδια για τον αγώνα.
Φτάσανε όμως τα άσχημα μαντάτα στο Καπετάν Θύμιο στο Μεσολόγγι. Ο καπετάν Λύτρας δεν θα έρχονταν μαζί του. Είχε να ετοιμάσει το δικό του αγώνα. Τώρα που κλείνανε οι νομαρχίες έπρεπε να κάνει κι αυτός τα κουμάντα του. Καιροί δύσκολοι έρχονταν και δεν έπρεπε να αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη. Τα παλικάρια του τα χρειάζονταν και από την άλλη δεν έπρεπε να δυσαρεστήσει και τον Ραγκούση. Έτσι κι αυτός θα φύλαγε στην πατλιά. ‘Aμα γίνονταν νέα Περιφέρεια θα στήριζε τον καπετάνιο. Προς το παρόν είπε στο γραμματικό του ότι θα στείλει με τους άλλους καμιά 200 παλικάρια αλλά να ανακατευτούν με τους άλλους από το Αγρίνιο για να μη δώσουν στόχο. Ροβόλησαν απ’ την Κανδύλα για την Κλεισούρα και αντάμωσαν με τους άλλους. Φτάσανε στην Πύλη του Μεσολογγίου πήραν αντίδωρο απ’ του Δεσπότη το χέρι τους ευλόγησε και σαν έτοιμοι από καιρό πήραν κοπά το δρόμο για το Αντίρριο.
“Ο Θεός μαζί σας”, φώναζε ο κόσμος κι έστρωνε δάφνες στο πέρασμα τους. Μπροστά ο Καπετάν Θύμιος με τα’ άρματα του να γυαλίζουν στον ήλιο, δίπλα του ο Καπετάν Γαλαζούλας, παραπέρα ο καπετάν Καπώνης και πίσω τους έρχονταν ο γραμματικός και η Λαχανά “με τ΄ λαχανόπτα στου τραπιζουμάντλου διπλουμέν”!
Τον καπετάν Κατσούλη τον άφησε πίσω παρόλο που πριν φύγουν έτριζε τα δόντια κι έλεγε “φέρτε μου τον Κατσικόπουλο να του κατεβάσω τα πάκια κατ’”.
Ο Καπετάν Θύμιος σκέφτηκε πως πρέπει να αφήσει πίσω τον πιο αντριωμένο. Τον Καπετάν Κατσούλη. Αν έπεφτε η κούλια τα γυναικόπαιδα θα μέναν απροστάτευτα.
Την ώρα που ξεκίναγαν ο Καπετάν Αναγνωστόπουλος σκαρφαλωμένος πάνω στο ιερό τείχος σήκωσε το κουμπούρι του και για να τιμήσει τον Καπετάνιο που πήγαινε στη μάχη και δεν ήξερε αν θα ανταμώνονταν ξανά στον Αη Συμιό στον Πλάτανο έριξε τιμής ένεκεν δυο μπαταριές στο αέρα κι έχυσε ένα δάκρυ απ’ τ’ αριστερό του μάτι.
“Καλόν αγώνα σύντροφοι, καλόν αγώνα αδέρφια”.
http://www.aixmi-news.gr/portal/index.php?option=ozo_content&perform=view&id=2941&Itemid=23(Τέλος Α μέρους)
ΔΗΜΗΤΡΑ ΛΑΟΠΟΔΗ

Advertisements