Dr. Argyro Bekatorou
Lecturer of Food Chemistry & Technology
Dept. of Chemistry
University of Patras
Tο παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε και στο τελευταίο φύλλο της εφημερίδας ο Κόσμος του Αστακού. Mας το έστειλε με e-mail η κα ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΥ την ευχαριστούμε πολύ.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΜΕ ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ ΤΟΥΣ ΓΑΙΑΝΘΡΑΚΕΣ (ΚΑΡΒΟΥΝΟ)
Ο άνθρακας
Οι γαιάνθρακες αποτελούν την κύρια καύσιμη ύλη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε παγκόσμια κλίμακα και δεύτερη σε ποσότητα ενεργειακή πηγή μετά το πετρέλαιο. Ανάλογα με την σύστασή τους διακρίνονται στις εξής κατηγορίες: τύρφη, λιγνίτης, υποπισσούχοι γαιάνθρακες, πισσούχοι γαιάνθρακες και ανθρακίτης. Στα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από καύση γαιανθράκων, η διαδικασία περιλαμβάνει: α) κονιοποίηση του γαιάνθρακα για αύξηση της επιφάνειάς του και συνεπώς βελτιστοποίηση της απόδοσης και της ταχύτητας καύσης του, β) καύση με θερμό ρεύμα αέρα υψηλής θερμοκρασίας (περίπου 1500oC), γ) παραγωγή ατμού υψηλής πίεσης και θερμοκρασίας από την παραγόμενη θερμική ενέργεια καύσης, και δ) λειτουργία γεννητριών παραγωγής ρεύματος με τη βοήθεια του παραγόμενου ατμού. Η καύση του άνθρακα αποτελεί την μεγαλύτερη πηγή εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα, και άλλων αερίων ρύπων, που θεωρείται η βασικότερη αιτία πρόκλησης του φαινομένου του θερμοκηπίου και κατά συνέπεια των ανεξέλεγκτων κλιματολογικών αλλαγών σε παγκόσμιο επίπεδο, που έχουν ήδη γίνει αισθητές, με καταστροφικές συνέπειες τόσο για το περιβάλλον όσο και για την ίδια τη ζωή.
Απόβλητα
Οι ρύποι από την καύση του γαιάνθρακα προέρχονται από τις ανόργανες ή οργανικές προσμίξεις που υπάρχουν στο κοίτασμα, την ατελή καύση του άνθρακα και την οξείδωση συστατικών του αέρα λόγω των υψηλών θερμοκρασιών μέσα στους καυστήρες. Tα κυριότερα παραπροϊόντα και απόβλητα από την καύση του άνθρακα είναι:
α) οι αέριοι ρύποι, όπως τα οξείδια του άνθρακα (μονοξείδιο CO και διοξείδιο του άνθρακα CO2), τα οξείδια του θείου (SOx), και τα οξείδια του αζώτου (ΝΟx),
β) η τέφρα, που παραμένει στον καυστήρα και συνήθως αξιοποιείται στην παραγωγή τσιμέντου ή απορρίπτεται στο περιβάλλον, και η τέφρα που διαφεύγει στην ατμόσφαιρα (αιωρούμενα σωματίδια ή ιπτάμενη τέφρα ή fly ash), η οποία είναι εμπλουτισμένη με βαρέα και ραδιενεργά μέταλλα.
γ) οι οργανικές ενώσεις, όπως οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες, οι διοξίνες, τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια κ.α., ουσίες ιδιαίτερα τοξικές που παράγονται αναπόφευκτα κατά την καύση οποιασδήποτε οργανικής ύλης, όπως και στην περίπτωση καύσης σκουπιδιών στις χωματερές.
Τεκμηριωμένες επιστημονικές μελέτες παγκοσμίως έχουν δείξει ότι τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από καύση άνθρακα είναι υπεύθυνα για χιλιάδες πρόωρους θανάτους ετησίως. Οι μοντέρνες εγκαταστάσεις χρησιμοποιούν ένα πλήθος τεχνολογιών για την μείωση των επιβλαβών ρύπων για το περιβάλλον και την υγεία, παρόλα αυτά οι τεχνολογίες αυτές είτε δεν είναι πιστοποιημένες μέσω πρότυπων ελέγχων με βάση τις ισχύουσες νομοθεσίες, είτε δεν εφαρμόζονται πλήρως καθώς αυξάνουν το κόστος λειτουργίας και επένδυσης των εργοστασίων. Οι εκπομπές καυσαερίων σε τοπικό επίπεδο αντιμετωπίζονταν παλιότερα με την ανέγερση υψηλότερων καμινάδων, ώστε να διευκολύνεται η διάχυση των ρύπων στην ατμόσφαιρα μακριά από την περιοχή του εργοστασίου, όμως αυτό δεν μπορεί να αποτρέψει την πρόκληση φαινομένων όπως η όξινη βροχή και το φαινόμενο του θερμοκηπίου, αφού οι εκπομπές αυτών των ρύπων είναι τεράστιας τάξης μεγέθους.
Αέριοι ρύποι
Οι αέριοι ρύποι από την καύση άνθρακα στα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εκτός του ότι είναι τοξικοί για τον άνθρωπο (ατμοσφαιρική ρύπανση), προκαλούν επίσης και άλλα καταστροφικά περιβαλλοντικά φαινόμενα, όπως η όξινη βροχή και το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Οι κυριότεροι αέριοι ρύποι είναι:
Οξείδια του άνθρακα (COx)
Όλα ανεξαιρέτως τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα, τον κύριο υπεύθυνο για την δημιουργία του φαινομένου του θερμοκηπίου και τις κλιματολογικές αλλαγές στον πλανήτη. Η καύση των γαιανθράκων εκλύει περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα από ότι η καύση του πετρελαίου ή φυσικού αερίου. Διάφορες μέθοδοι εφαρμόζονται για την μείωση των τεράστιων εκπομπών οξειδίων του άνθρακα, αλλά τεχνικές πλήρους δέσμευσής του δεν έχουν εφαρμοστεί στην πράξη.
Οξείδια του αζώτου (NOx)
Τα οξείδια του αζώτου σχηματίζονται, όταν το άζωτο που περιέχεται στον αέρα ή και στο κάρβουνο αντιδράσει με το οξυγόνο λόγω της υψηλής θέρμανσης. Τα NOx είναι υπεύθυνα για τη δημιουργία του λεγόμενου «ατμοσφαιρικού νέφους» στις μεγαλουπόλεις, αλλά και για το σχηματισμό όξινης βροχής (νιτρικό οξύ). Τέλος συνεισφέρουν στο σχηματισμό όζοντος στα χαμηλά στρώματα της ατμόσφαιρας όπου είναι ανεπιθύμητο και επιβλαβές για την υγεία.
Για την μείωση των NOx χρησιμοποιούνται ειδικοί καυστήρες, που μπορούν να μειώσουν τα NOx μέχρι και 70%, και χρησιμοποιούνται ευρύτατα καθώς μπορούν να εγκατασταθούν σε υπάρχοντες σταθμούς. Η καταλυτική μείωση των NOx μπορεί επίσης να επιτύχει μειώσεις της τάξης του 80-90%. Η απομάκρυνση ή εκμηδένιση των επικίνδυνων αερίων, δυστυχώς, μπορεί να γίνει μόνο από σύγχρονες μονάδες που διαθέτουν την απαραίτητη τεχνολογία. Παρόλα αυτά η πλειοψηφία των εργοστασίων ηλεκτρικής ενέργειας δεν διαθέτει τέτοια τεχνολογία ή δεν την χρησιμοποιεί στην πράξη καθώς αυτές οι διεργασίες είναι ιδιαίτερα ακριβές.
Οξείδια θείου (SOx)
Το θείο είναι από τα πλέον ανεπιθύμητα συστατικά των γαιανθράκων, καθώς καίγεται προς διοξείδιο του θείου που είναι επικίνδυνος αέριος ρύπος αλλά και ανεπιθύμητος για το ίδιο το εργοστάσιο καθώς προκαλεί διάβρωση στις εγκαταστάσεις του. Τα οξείδια του θείου προκαλούν σοβαρές ζημιές στα δάση και οξίνιση των λιμνών, φαινόμενο συνηθισμένο σε πολλές περιοχές της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής. Η όξινη βροχή σχηματίζεται με αντίδραση των αερίων αυτών με την υγρασία της ατμόσφαιρας σχηματίζοντας οξέα (θειικό οξύ), που στην συνέχεια εναποτίθενται με την βροχή. Στις ΗΠΑ 38% των εκπομπών διοξειδίου του θείου προκαλούνται από τα εργοστάσια ηλεκτρικής ενέργειας!
Τέφρα
Έναν άλλο σοβαρό περιβαλλοντικό κίνδυνο αποτελεί η ιπτάμενη τέφρα που είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη τόσο για το περιβάλλον όσο και για τη δημόσια υγεία. Τα σωματίδια της ιπτάμενης τέφρας είναι σφαιρικά, με πολύ μικρή διάμετρο (0.5-100 μm). Αποτελούνται κυρίως από διοξείδιο του πυριτίου (SiO2), οξείδιο του αργιλίου (Al2O3) και οξείδιο του σιδήρου (Fe2O3). Οι εκπομπές μπορεί να μειωθούν με επεξεργασία των καυσαερίων με διάφορες τεχνολογίες φίλτρων όπως τα σακκόφιλτρα και οι ηλεκτροστατικοί κατακρημνιστές, που μπορούν να απομακρύνουν μέχρι και το 99% της ιπτάμενης τέφρας. Η τέφρα που απομακρύνεται χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή τσιμέντου.
Άμεσα προβλήματα στην υγεία των ανθρώπων (κυρίως των εργαζομένων και των κατοίκων της γύρω περιοχής, ιδιαίτερα των παιδιών) μπορούν να προκληθούν από την εισπνοή τέφρας, που μπορεί να οδηγήσει σε παθολογικές καταστάσεις όπως πνευμονοκονίαση (εξαιτίας των μεγάλων ποσοστών πυριτίου) ή ακόμη και καρκίνο εξαιτίας της παρουσίας στην τέφρα διάφορων τοξικών συστατικών, στα οποία μπορεί ο άνθρωπος να εκτεθεί άμεσα ή μέσω της τροφικής αλυσίδας (απόθεση στα φυτά, το έδαφος, τα ύδατα). Τα τοξικά αυτά συστατικά είναι:
Βαρέα Μέταλλα

Βαρέα μέταλλα, είναι μια κατηγορία χημικών στοιχείων με μεγάλα μοριακά βάρη (όπως υδράργυρος, νικέλιο, βανάδιο, αρσενικό, βηρύλλιο, κάδμιο, βάριο, χρώμιο, χαλκός, μολυβδαίνιο, ψευδάργυρος, μόλυβδος, σελήνιο, ράδιο κ.α) τα οποία έχουν χημική συμπεριφορά μετάλλου σε θερμοκρασία περιβάλλοντος. Αν και τα στοιχεία αυτά βρίσκονται σε μικρές ποσότητες, ακόμη και η ίδια η ύπαρξή τους και η πιθανότητα απελευθέρωσής τους στο περιβάλλον θα πρέπει να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου καθώς τα στοιχεία αυτά είναι ιδιαίτερα τοξικά.
Κανένα από τα στοιχεία αυτά δεν συναντάται ούτε και είναι απαραίτητο για τους ζωντανούς οργανισμούς, ενώ επιπλέον είναι ιδιαίτερα τοξικά για τον άνθρωπο ή τα ζώα ακόμα και σε πολύ μικρές συγκεντρώσεις. Τα βαρέα μέταλλα έρχονται σε επαφή με τον άνθρωπο κυρίως μέσω της απελευθέρωσής τους στην ατμόσφαιρα από καμινάδες εργοστασίων ηλεκτρικής ενέργειας, από το έδαφος ή τα ύδατα όπου έχουν αποτεθεί ως ρύποι και μέσω της τροφικής αλυσίδας. Τα κυριότερα βαρέα μέταλλα στο περιβάλλον που προέρχονται από εργοστάσια ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και η τοξική τους δράση, είναι:
Υδράργυρος
Ο υδράργυρος είναι ένα νευροτοξικό βαρύ μέταλλο το οποίο βιοσυσσωρεύεται μέσω της τροφικής αλυσίδας και είναι πολύ επικίνδυνο κυρίως για τα υδατικά οικοσυστήματα. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Ενέργειας των ΗΠΑ, τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ευθύνονται για την παραγωγή 48 τόνων υδραργύρου ετησίως και αποτελούν την μεγαλύτερη πηγή ρύπανσης υδράργυρου στις ΗΠΑ. Σε παγκόσμια κλίμακα εκπέμπουν 750-1500 τόνους υδραργύρου ετησίως.
Ο υδράργυρος προσβάλλει το νευρικό και το ενδοκρινικό σύστημα, τα νεφρά και άλλα όργανα, το στόμα, τα ούλα και τα δόντια. Έκθεση για μεγάλα διαστήματα, οδηγεί σε βλάβη στον εγκέφαλο και τελικά σε θάνατο, ειδικά τα νεογνά και τα έμβρυα. Γυναίκες που είχαν εκτεθεί σε υδράργυρο κατά την εγκυμοσύνη, γέννησαν παιδιά με σοβαρές ανωμαλίες (περίπτωση Μinamata Ιαπωνίας). Έκθεση σε ορισμένες ενώσεις του υδραργύρου όπως ο διμέθυλ-υδράργυρος μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο μέσα σε λίγες ώρες. Στα μικρά παιδιά ο υδράργυρος εμποδίζει την σωστή ανάπτυξη του νευρικού ιστού και έχει ενοχοποιηθεί ακόμη και για εμφάνιση αυτιστικής συμπεριφοράς.
Τα ψάρια και τα θαλασσινά έχουν την φυσική τάση να συγκεντρώνουν υδράργυρο στον οργανισμό τους και να τον μετατρέπουν σε μέθυλο-υδράργυρο, μια ιδιαίτερα τοξική ένωση. Κυρίως τα ψάρια που βρίσκονται πολύ ψηλά στην τροφική αλυσίδα όπως ο καρχαρίας, ο ξιφίας, ο τόνος, το σκουμπρί, κ.α. περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες υδραργύρου, τον οποίο λαμβάνουν από τα μικρότερα ψάρια που καταναλώνουν ως τροφή. Τα ψάρια δεν έχουν μηχανισμούς αποβολής του υδραργύρου και επομένως αυτός συνεχώς συσσωρεύεται στον οργανισμό τους. Στις γυναίκες που σκοπεύουν να μείνουν έγκυες συνιστάται η κατανάλωση ελάχιστων ποσοτήτων ψαριού έως και δύο 2 χρόνια πριν τη σύλληψη και κατά τη διάρκειά της.
Μόλυβδος Όπως κι ο υδράργυρος, ο μόλυβδος είναι νευροτοξικό βαρύ μέταλλο, που βιοσυσσωρεύεται με το χρόνο στους μαλακούς ιστούς και τα κόκαλα. Είναι δηλητηριώδες μέταλλο, κυρίως για τα μικρά παιδιά, στα οποία προκαλεί ανωμαλίες του αίματος και του εγκέφαλου. Μακροχρόνια έκθεση σε μόλυβδο ή τα άλατά του μπορούν να προκαλέσουν νεφροπάθειες και πόνους κολικού τύπου. Είναι το μέταλλο που οδήγησε στην τρέλα τους περισσότερους Ρωμαίους αυτοκράτορες, λόγω της διαδεδομένης χρήσης ενός άλατος του μολύβδου ως γλυκαντική ουσία στο κρασί. Η έκθεση σε μόλυβδο έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση σχιζοφρένειας, και γι’ αυτό η χρήση του στις ανεπτυγμένες χώρες έχει περιοριστεί στο ελάχιστο. Επίσης ο μόλυβδος θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβής για την αναπαραγωγική ικανότητα των γυναικών. Ο μόλυβδος είναι πολύ διαδεδομένος ρύπος του εδάφους και η προέλευσή του είναι κυρίως βιομηχανική, συμπεριλαμβανομένων και των εργοστασίων ηλεκτρικής ενέργειας. Αυξημένα ποσά μολύβδου έχουν ανιχνευτεί στο κρέας και το γάλα ζώων κοντά σε πηγές εκπομπής του, κάτι που αναμφισβήτητα αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
Κάδμιο
Η έκθεση των ανθρώπων σε κάδμιο προκαλείται κυρίως από τις δραστηριότητες καύσης του άνθρακα. Το κάδμιο συσσωρεύεται στα σπαρτά, που αναπτύσσονται κοντά σε πηγές εκπομπής του. Σοβαρά μαζικά ατυχήματα δηλητηρίασης έχουν συμβεί στο παρελθόν, όταν ντόπιοι αγροτικοί πληθυσμοί κατανάλωσαν μολυσμένα προϊόντα όπως το ρύζι, εμφανίζοντας σοβαρές ανωμαλίες και παθήσεις. Το κάδμιο και οι ενώσεις του είναι γνωστά καρκινογόνα, υπεύθυνα για πολλές μορφές καρκίνου. Αυξημένα ποσά καδμίου έχουν ανιχνευτεί στο κρέας και το γάλα ζώων κοντά σε πηγές εκπομπής του. Μόνο στην Γερμανία το 1978 αναφέρεται ότι τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας απελευθέρωσαν στο περιβάλλον 2.2 τόνους καδμίου από την καύση 110 εκ. τόνων λιγνίτη.
Άλλα βαρέα μέταλλα
Παρόμοια τοξική δράση έχουν κι άλλα βαρέα μέταλλα που προέρχονται από διεργασίες καύσης άνθρακα και απελευθερώνονται στο περιβάλλον, όπως το αρσενικό, το χρώμιο, το βηρύλλιο κ.α.
Ραδιενεργά στοιχεία
Η διαφυγή ιπτάμενης τέφρας στο περιβάλλον εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους ραδιενεργού μόλυνσης. Ραδιενεργά στοιχεία, κυρίως ουράνιο-238, θόριο-232, και ράδιο-226, αν και βρίσκονται σε πολύ μικρές ποσότητες στην τέφρα, εντούτοις η παράγωγή τεράστιων ποσοτήτων τέφρας στα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας, οδηγεί σε μεγαλύτερη ραδιενεργό ρύπανση του περιβάλλοντος από ότι τα ίδια τα εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας!
Ένα εργοστάσιο 1000 MW μπορεί να παράγει 5.2 τόνους/χρόνο ουράνιο (περιεκτικότητας ~34 κιλών ραδιενεργού ισοτόπου 235) και 12.8 τόνους/χρόνο θόριο, ποσότητες που είναι 100 φορές μεγαλύτερες από εκείνες ενός πυρηνικού εργοστασίου που παράγει την ίδια ηλεκτρική ενέργεια, με 3 φορές μεγαλύτερη διαφυγή τους στο περιβάλλον και μεγαλύτερο βαθμό έκθεσης των πληθυσμών! Μείωση της έκθεσης και των επιπτώσεων στην υγεία μπορεί να γίνει μόνο με εκμηδένιση των εκπομπών ιπτάμενης τέφρας, και εγκατάστασης των εργοστασίων μακριά από κατοικημένες περιοχές ακριβώς όπως συμβαίνει με τα εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας.
Το 1974 υπολογίζεται ότι μόνο στις ΗΠΑ διέφυγαν στην ατμόσφαιρα 1400 τόνοι ουρανίου από εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η ποσότητα ραδιενεργού ράδιου-226 στην ιπτάμενη τέφρα μερικές φορές ξεπερνά το 1 ΚBq/Kg (χιλιομπεκερέλ ανά κιλό), που είναι πολύ μεγαλύτερη από την μέση φυσιολογική ποσότητα που απαντάται στα ελληνικά εδάφη (25 Βq/Kg).
H χρήση κοιτασμάτων με φυσιολογικά αυξημένες ποσότητες ραδιενεργών στοιχείων μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο για την υγεία των εργαζομένων αλλά και του πληθυσμού κοντά στα εργοστάσια ηλεκτρικής ενέργειας. Άμεση έκθεση γίνεται από τα πολύ επικίνδυνα μικρά εισπνεύσιμα σωματίδια της τέφρας (<10 μm) αλλά και από το έδαφος στο οποίο εναποτίθενται (εξωτερική έκθεση). Επίσης από τα φυτά η ζώα από τα οποία προσλαμβάνεται και στη συνέχεια μεταφέρεται στον άνθρωπο μέσω της τροφικής αλυσίδας.
Δεν υπάρχει σήμερα γενικώς αποδεκτή (επίσημη) μέθοδος για τον προσδιορισμό των επιπτώσεων στην υγεία τόσο από συμβατικούς όσο και από πυρηνικούς ρύπους!!! Από τα υπάρχοντα δεδομένα όμως, όσον αφορά τους εκπεμπόμενους αέριους και σωματιδιακούς ρύπους, συμβατικούς και πυρηνικούς, προκύπτει αναμφισβήτητα ότι τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από καύση άνθρακα εγκυμονούν τους μεγαλύτερους κίνδυνους τόσο για τη δημόσια υγεία όσο και για το περιβάλλον!.
Οργανικές ενώσεις
Οργανικές ενώσεις όπως πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες, πολυχλωριωμένα διφαινύλια, χλωροβενζόλια, χλωροφαινόλες, χλωριωμένες διοξίνες, βενζοφουράνια, κλπ, παράγονται όταν καίγεται οργανική ύλη, και οι τοξικότερες των ενώσεων αυτών σχηματίζονται κατά την καύση κυρίως παρουσία χλωρίου. Οι ενώσεις αυτές είναι κυρίως υπεύθυνες για την πρόκληση καρκίνου και γενετικών ανωμαλιών.
Η τοξικότητα των οργανικών ενώσεων ποικίλει ανάλογα με το είδος τους. Π.χ. ορισμένα ισομερή πολυχλωριωμένων διφαινυλίων έχουν ισχυρή τοξικότητα ανάλογη των διοξινών. Τα πιο συνήθη συμπτώματα στους ανθρώπους που έχουν εκτεθεί σε μεγάλη δόση, είναι δερματικές παθήσεις όπως εξανθήματα, καθώς και ηπατικές βλάβες. Οι σοβαρότερες επιπτώσεις αφορούν τις μητέρες και τα βρέφη. Επίσης σε ζώα που καταναλώνουν μολυσμένες τροφές μπορεί να προκληθούν ηπατικές βλάβες, αναιμία, δερματικές παθήσεις, βλάβες στο στομάχι και το θυρεοειδή, αλλαγές του ανοσοποιητικού συστήματος, διαταραχές συμπεριφοράς, προβλήματα στην αναπαραγωγή καθώς και θάνατος. Τα διφαινύλια που έχουν τοξικότητα διοξίνης είναι δυνατό να προκαλέσουν τερατογενέσεις τόσο στους ανθρώπους όσο και στα ζώα. Οι γυναίκες που είχαν εκτεθεί π.χ. από κατανάλωση μολυσμένων ψαριών γέννησαν παιδιά με κακή ανάπτυξη και με διαταραχές συμπεριφοράς όπως ανικανότητα χειρισμού μηχανημάτων, προβλήματα μνήμης, κλπ. Οι οργανικές ενώσεις μπορεί να μεταφερθούν στο μωρό τόσο μέσω του γάλακτος όσο και μέσω του πλακούντα, και μπορούν να προκαλέσουν ανωμαλίες όπως θηλυκοποίηση των αρσενικών εμβρύων, ή γέννηση μωρών χωρίς φύλο που είναι και οι πιο συνηθισμένες περιπτώσεις (ενδοκρινικές ανωμαλίες). Όλες σχεδόν οι ενώσεις αυτές έχουν συνδεθεί με την εμφάνιση καρκίνου.
ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ECONOMIST ΕΧΕΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΕΙ ΤΟ ΚΑΡΒΟΥΝΟ ΩΣ ΤΟΝ ΝΟ1 ΕΧΘΡΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (”ENVIRONMENTAL ENEMY NO. 1“)
Βιβλιογραφια
U.S. EPA; Bencko, 1980; Bignoli, 1988; Byrne, 2007; Celik, 2007; Dos Santos, 2004; Dubnov 2007; Duyverman, 1981; FDA; Fthenakis, 1995; Graus, 2007; Hutton, 1983; Hylander, 2006; Johnson, 2007; Karangelos, 2004; Matyniak, 1989; McEllison, 1978; Mishra, 2004; Murray, 1984; Oman, 2002; Pearson, 2000; Petaloti, 2006; Reddy, 2005; Reijnders, 2005; Scott, 2007; Shendrikart, 1986; Singh, 1995; Steenblik, 1995; Sutherland, 2005; Swarup, 2005; Tadmor, 1986; Vleeschouwer, 2007; Zhao, 2006.




























